Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

proche στα ελληνικά
proche
λέγεται
προς
.
proche
σημαίνει στα ελληνικά
πλησίον / κοντά / στενός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- UNRWA / Office de secours et de travaux des Nations unies pour les réfugiés de Palestine dans le Proche-Orient : UNRWA / Γραφείο Αρωγής και Έργων των ΗΕ για τους Παλαιστίνιους Πρόσφυγες στην Εγγύς Ανατολή
- processus de paix au Proche-Orient (Preferred) / PPPO : ειρηνευτική διαδικασία στη Μέση Ανατολή
- proches : συγγενείς
- CFPO / Commission des forêts pour le Proche-Orient : Δασική Επιτροπή της Εγγύς Ανατολής
- LEOPO / langues de l'Europe orientale et du Proche-Orient : LEOPO / γλώσσες της Ανατολικής Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής
- NIR / proche infrarouge : σχεδόν υπέρυθρο
- UV proche / ultraviolet proche : εγγύς υπεριώδης ακτινοβολία / κοντινή υπεριώδης ακτινοβολία
- région du Proche-Orient et de l'Afrique du Nord (Preferred) / région MENA : Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική
- cause proche : εγγύς αιτία
- Proche-Orient : Εγγύς Ανατολή
Subscribe
0 Comments


