Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

profondeur στα ελληνικά
profondeur
λέγεται
προφονντέρ
.
profondeur
σημαίνει στα ελληνικά
βάθος / έγκατα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- profondeur : βάθος
- mouillage / profondeur : βάθος
- profondeur : βάθος χρώματος
- feu de sol / feu souterrain : υπόγεια πυρκαγιά / πυρκαγιά υπεδάφους
- mouillage / profondeur de la passe navigable : βάθος πλωτής διόδου / βάθος πλωτού διαύλου
- feu d'humus / feu souterrain : υπόγεια φωτιά / υπόγεια φωτιά,φωτιά βάθους
- fertiliseur / soc localisateur : υνί αρότρου καλύψεως / άροτρο καλύψεως σπόρου και λιπάσματος
- col de cygne / profondeur du col de cygne : βάθος λαιμού
- cryopédomètre / appareil de mesure du gel en profondeur : κρυοεδαφόμετρο
Subscribe
0 Comments


