Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

prolifique στα ελληνικά
prolifique
λέγεται
προλιφίκ
.
prolifique
σημαίνει στα ελληνικά
γόνιμος / καρπερός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
