Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

prospecter στα ελληνικά
prospecter
λέγεται
προσπεκτέ
.
prospecter
σημαίνει στα ελληνικά
διερευνώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- franchisé prospecté : υποψήφιος δικαιοδόχος
- prospecter activement des clients : αναζητώ ενεργητικά πελάτες
Subscribe
0 Comments


