Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

protecteur στα ελληνικά
protecteur
λέγεται
προτεκτέρ
.
protecteur
σημαίνει στα ελληνικά
προστάτης / προστατευτικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- protecteur : προστατευτικό κάλυμμα
- protecteur / couvre-poussière : προστατευτικό σκόνης
- protecteur / fil de garde : αγωγός γειώσεως
- guetteur / protecteur : σημαιοφόρος υπάλληλος κάλυψης ομάδας γραμμής / σημαιοφόρος υπάλληλος κάλυψης συνεργείου γραμμής
- protecteur / protection : επένδυση προστασίας
- protecteur / dispositif protecteur : προστατευτική διάταξη
- dégrillage / mise sous écran protecteur : διαλογή/κοσκίνισμα
- boudinette / boudin protecteur : προστατευτικός όνυχας τροχού
- antiozonant / produit protecteur contre l'influence de l'ozone : προϊόν προστατευτικό κατά της επίδρασης του όζοντος
- crispin / manchette : προστατευτικά μανίκια
Subscribe
0 Comments


