Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

proxénète στα ελληνικά
proxénète
λέγεται
προξενέτ
.
proxénète
σημαίνει στα ελληνικά
μαστροπός / προαγωγός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
