Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

psychédélique στα ελληνικά
psychédélique
λέγεται
ψικεντελίκ
.
psychédélique
σημαίνει στα ελληνικά
ψυχεδελικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- psychédélique : ψυχεδελικός / ψυχωσιογόνος
- psychédélique : ψυχεδελικός / ψυχοδηλωτικός
- substance psychédélique : ψυχεδελική ουσία / ψυχοδηλωτική ουσία
- expérience psychédélique : ψυχεδελική εμπειρία / ψευδαισθησιογόνος εμπειρία
- expérience psychédélique : ψυχοδηλωτική εμπειρία
- substances psychédéliques : ψυχεδελικές ουσίες
Subscribe
0 Comments


