Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

puanteur στα ελληνικά
puanteur
λέγεται
πυαντέρ
.
puanteur
σημαίνει στα ελληνικά
βρόμα / μπόχα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- puanteur : όχληση λόγω οσμής
Subscribe
0 Comments


