Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

publicitaire στα ελληνικά
publicitaire
λέγεται
πυμπλισιτέρ
.
publicitaire
σημαίνει στα ελληνικά
διαφημιστής / διαφημιστικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- publicitaire : διαφημιστικός
- publicitaire / agent de publicité : διαφημιστής / επαγγελματίας διαφημιστής
- pourriel / pollupostage : ανεπίκλητα ηλεκτρονικά μηνύματα / ανεπιθύμητα ηλεκτρονικά μηνύματα
- lampe-réclame / enseigne publicitaire : λάμπα-ρεκλάμα
- tombstone / avis financier : αγγελία σχετική με κοινοπρακτικό δάνειο που έχει συναφθεί
- feuillet isolé / feuille volante : φέιγ βολάν / ξεχωριστό φύλλο
- panneau-réclame / panneau de publicité : διαφημιστικό πανό / πλάκα με διαφήμιση
- spot / message : διαφημιστικό μήνυμα / τηλεοπτική διαφήμιση
- pubiciel / logiciel publicitaire : διαφημιστικό λογισμικό
- spot publicitaire : διαφημιστικό spot
Subscribe
0 Comments


