Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

puce στα ελληνικά
puce
λέγεται
πυς
.
puce
σημαίνει στα ελληνικά
ψύλλος / τσιπάκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- puce : ψύλλοι (παράσιτα
- puce / microplaquette : μικροκύκλωμα
- puce / point : ψείρα διαυγάσεως
- puce / pastille : τσιπ / ψηφίδα
- puce / microplaquette : μικροπλακέτα
- PbO2 / oxyde puce : PbO2 / οξείδιο καστανό
- point / alinéa : εδάφιο
- puces / fourmillements : ανατριχίλα
- EAROM / puce EAROM : ηλεκτρικά μεταβλητή ROM
- puces : ψύλλοι (παράσιτα)
Subscribe
0 Comments


