Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

puer στα ελληνικά
puer
λέγεται
πυέ
.
puer
σημαίνει στα ελληνικά
βρομάω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- \PUA / tétrodons : γουρουνόψαρα
- mélissot / mélisse puante : μελίττις η μελισσόφυλλος
- cresson puant / passerage des décombres : λεπίδιο το άγριο
- chénopode puante : βρωμολουβουδιά / χηνοπόδιο το αιδοίο
- camomille puante : ανθεμίς η ψωρόσπερμος
Subscribe
0 Comments


