Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

puissant στα ελληνικά
puissant
λέγεται
πυισάν
.
puissant
σημαίνει στα ελληνικά
ισχυρός / γερός / δυνατός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- puissant : ισχυρός
- test UMP / test uniformément le plus puissant : ομοιόμορφα ισχυρότατος έλεγχος
- oxydant puissant : ισχυρό οξειδωτικό
- actionnaire puissant : κύριος μέτοχος
- test le plus puissant : ισχυρότατος έλεγχος
- région de refus la plus puissante : ισχυρότατη κρίσιμη περιοχή
- Peut provoquer un incendie ou une explosion; comburant puissant. / MUL : Μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά ή έκρηξη· ισχυρό οξειδωτικό.
Subscribe
0 Comments


