Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

purée στα ελληνικά
purée
λέγεται
πυρέ
.
purée
σημαίνει στα ελληνικά
πουρές
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- purée : πουρές
- purées : πουρές
- presse-purée : πιεστήριο πουρέ
- pilon à purée : κόπανος για πουρέδες
- purée de fruits : πολτός φρούτων
- purée de prunes : πολτός δαμασκήνων
- purée de fruits : πολτός φρούτου
- purée de bananes : πουρές μπανάνας
- purée de légumes : πολτός λαχανικών
- purée de tomates : πολτός ντομάτας
Subscribe
0 Comments


