Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

quittance στα ελληνικά
quittance
λέγεται
κιτάνς
.
quittance
σημαίνει στα ελληνικά
απόδειξη / εξοφλητήριο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- quittance : απόδειξη είσπραξης
- quittance de prime : απόδειξη πληρωμής ασφαλίστρων
- quittance de douane : απόδειξη τελωνείου
- carnet de quittances : μπλοκ αποδείξεων
- quittance provisoire : απόδειξη προκαταβολής ασφαλίστρων
- livre des quittances de primes : βιβλίο είσπραξης ασφαλίστρων
Subscribe
0 Comments


