Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

raccourcir στα ελληνικά
raccourcir
λέγεται
ρακουρσίρ
.
raccourcir
σημαίνει στα ελληνικά
συντομεύω / μικραίνω / κονταίνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cou raccourci : βατραχοειδής λαιμός
- touche rapide / touche-raccourci : πλήκτρο συντόμευσης
- gigot raccourci : μπούτι αρνίσιο κοντό
- raccordement raccourci : βραχεία συναρμογή
- enroulement à pas raccourci : τύλιγμα κλασματικού βήματος
- raccourcir le chemin critique : συντομεύω το κρίσιμο μονοπάτι
Subscribe
0 Comments


