Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rachat στα ελληνικά
rachat
λέγεται
ρασά
.
rachat
σημαίνει στα ελληνικά
εξαγορά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rachat / achat : αγορά
- rachat : εξαγορά
- rachat : εξαγορά συμβολαίου
- rachat / rachat obligatoire : υποχρεωτική εξαγορά
- RES / rachat de l'entreprise par les salariés : εξαγορά από εργαζομένους / εξαγορά επιχείρησης από τους εργαζόμενους
- RES / acquisition par emprunt : αγορά επιχείρησης από τη διοίκηση / εξαγορά επιχείρησης από διοικητικά στελέχη της διά δανεισμού
- MBO / RES : εξαγορά από τη διεύθυνση
- acheté-vendu / transaction d'achat-revente : συναλλαγή πώλησης-επαναγοράς / ταυτόχρονη αγορά-πώληση μετοχής
- tarif de rachat / prix de rachat : διατίμηση στην παροχή / εγγυημένη τιμή αγοράς
Subscribe
0 Comments


