Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

radiateur στα ελληνικά
radiateur
λέγεται
ραντιατέρ
.
radiateur
σημαίνει στα ελληνικά
ψυγείο (αυτοκινήτου) / σώμα (καλοριφέρ)
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- radiateur : σώμα καλοριφέρ
- radiateur : σώμα καλοριφέρ / ακτινοβόλος θερμαντήρας
- radiateur / ailette de refroidissement : πτερύγιο ψύξης / πτερύγιο ψύξεως
- radiateur / dissipateur : ψυκτικό πτερύγιο / ανταλλαγέας θερμότητας
- radiateur : ψυγείο
- radiateur / réchauffeur : θερμαντήρας / προθερμαντήρας
- radiateur / ensemble de refroidissement par air : συσκευή ψύξης με αέρα
- radiateur / refroidisseur : φύλλο απαγωγής θερμότητας
- corps noir / radiateur intégral : μέλαν σώμα
Subscribe
0 Comments


