Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

raide στα ελληνικά
raide
λέγεται
ρεντ
.
raide
σημαίνει στα ελληνικά
ξερός / απότομος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- raide / inflexible : σκληρός / άκαμπτος
- sapé / raide : υποσκαμμένη κλιτύς
- raide : άκαμπτος
- nard raide / nard serré : νάρδος ο σφικτός
- berge raide / berge escarpée : απόκρημνη όχθη / απόκρημνη κλιτύς
- ivraie raide : λεπτή ήρα
- oxalis raide : οξαλίς η ορθοφυής
- barbarée raide : βαρβαρέα η στενή
- scléropoa raide : σκληροπόα η δύσκαμπτη
- onde à front raide : κύμα αποτόμου μετώπου
Subscribe
0 Comments


