Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ramasser στα ελληνικά
ramasser
λέγεται
ραμασέ
.
ramasser
σημαίνει στα ελληνικά
μαζεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ramasser / accaparer : "στριμώχνω" την αγορά
- ramasser / ramassage : συλλέγω / συλλογή
- ramasse-herbe / balai-de-jardin : σκούπα κήπου / σάρωθρο χλόης
- ramasse-miettes : σκεύος συλλογής ψίχουλων
- ramasse-feuille : διάταξη συλλογής φύλλων χαρτομάζας
- ramasse-miettes / collecteur d'espace mémoire : συλλέκτης σκουπιδιών
- ramasse-miettes / compactage d'un fichier de données : σύμπτυξη αρχείου δεδομένων
- crochet à ramasser : ξύστρα άμμου
- brosse ramasse-miettes : βουρτσάκι για ψίχουλα / ψήκτρα για τη συλλογή των ψίχουλων του τραπεζιού
- ramasse-fruits mobiles : κινητές μηχανές συλλογής καρπών
Subscribe
0 Comments


