Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

randonnée στα ελληνικά
randonnée
λέγεται
ρανντονέ
.
randonnée
σημαίνει στα ελληνικά
βόλτα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- chemin pédestre / sentier pédestre : περίπατος / πεζόδρομος
- randonnée pédestre : πεζοπορία
- chemin de randonnée : πορεία / μονοπάτι πεζοπορίας
- sentier de randonnée : διαδρομή πεζοπορίας
- randonnée de montagne : ορεινή πεζοπορία
- itinéraire de randonnée équestre : ταξιδιωτικό πρόγραμμα ιππασίας
- itinéraire de randonnée cycliste : ταξιδιωτικό πρόγραμμα ποδηλασίας
- vacance consacrée aux randonnées : διακοπές με κύρια δραστηριότητα την πεζοπορία
Subscribe
0 Comments


