Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rang στα ελληνικά
rang
λέγεται
ραν
.
rang
σημαίνει στα ελληνικά
σειρά / στοίχος / τάξη / θέση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rang : αρχαιότητα
- rang / degré d'évolution : βαθμός ενανθρακώσεως
- rang : τάξη / σειρά
- rang / degré : βαθμίδα
- rang : σειρά τάξεων / παράταξη τάξεων
- rang : βαθμός
- rangs : γραμμές / σειρές φυτών στο φυτώριο
- à un rang / à un sillon : σ'ένα αυλάκι / σε μια σειρά
- escourgeon / orge à plusieurs rangs : πολύστοιχο κριθάρι
- rang social / condition sociale : κοινωνική θέση / κοινωνική υπόληψη
Subscribe
0 Comments


