Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rat στα ελληνικά
rat
λέγεται
ρα
.
rat
σημαίνει στα ελληνικά
ποντικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- DAT / RAT : παραδοτέο στον τερματικό σταθμό
- rat : αρουραίος
- rat / grenadier : κορδέλα / ποντικουρόψαρο
- rat / grenadier d'Italie : κορδέλα / ποντικουρόψαρο
- FMR / taux de fausse correspondance : ποσοστό εσφαλμένης αντιστοίχισης
- RAT / chimère d'Amérique : RAT / χίμαιρα
- ver / vermiculure : ποντικοουρά
- FNMR / taux de fausse non-correspondance : ποσοστό εσφαλμένης αναντιστοιχίας
- FRA / Forward Rate Agreement : προθεσμιακή σύμβαση επιτοκίων / προσθεσμιακή συμφωνία επιτοκίων
- rate : σπλήνα
Subscribe
0 Comments


