Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ration στα ελληνικά
ration
λέγεται
ρασιόν
.
ration
σημαίνει στα ελληνικά
μερίδα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ration / ration alimentaire : σιτηρέσιο / μερίδα τροφής
- ration de base : βασικό σιτηρέσιο
- ration de base : σιτηρέσιο βάσης / βασικό σιτηρέσιο
- ration de base / ration d'entretien : σιτηρέσιο διατήρησης / σιτηρέσιο συντήρησης
- emballage-ration / emballage-portion : συσκευασία μερίδας
- ration de survie : μερίδες τροφίμων επιβίωσης
- ration équilibrée : ισορροπημένο σιτηρέσιο
- ration journalière : ημερήσιο σιτηρέσιο
- ration alimentaire : σιτηρέσιο
Subscribe
0 Comments


