Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rebondissement στα ελληνικά
rebondissement
λέγεται
ρεμπονντισμάν
.
rebondissement
σημαίνει στα ελληνικά
έξαρση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rebondissement : αναπήδηση / κλυδωνισμός
- rebondissement : ανάπαλση / αναπαλμός
- rebondissement : αναπήδηση
- cahot / martèlement : κραδασμός
- essai Shore / essai de dureté Shore : σκληρομέτρηση τύπου Shore / σκληρομέτρηση με αναπήδηση
- temps de rebondissement : χρόνος αναπήδησης
- essai par rebondissement : δοκιμή με αναπήδηση
- perte par rebondissement : απώλεια αναπήδησης
- rebondissement de contact : αναπήδηση επαφής
Subscribe
0 Comments


