Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rebut στα ελληνικά
rebut
λέγεται
ρεμπύ
.
rebut
σημαίνει στα ελληνικά
απόρριμα / απόβλητο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rebut / restes : σκύβαλα / υπόλοιπα
- rebut : σκάρτο / υπόλειμμα
- rebut : απόβλητο / ακατάλληλο
- loup / rebut : απορριφθείς
- rebut : άχρηστο
- mise au rebut : θέση σε αχρηστία
- rail de rebut : άχρηστη σιδηροτροχιά
- bois de rebut : ξυλεία υπολειμμάτων πρίσεως
- mise au rebut : επιλογή της εφάπαξ χρησιμοποιήσεως
- rebut de chaux : απόβλημα ασβέστου
Subscribe
0 Comments


