Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

récidive στα ελληνικά
récidive
λέγεται
ρεσιντίβ
.
récidive
σημαίνει στα ελληνικά
υποτροπή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- récidive : ποινική υποτροπή
- récidive : υποτροπή
- récidives : περιπτώσεις υποτροπής
- récidivant : υποτροπιάζων
- cas de récidive : υποτροπή
- maladie de Payne / parotidite récidivante : νόσος του Payne
- eczéma récidivant / sycose arthritique : σύκωσις του γενείου
- herpès récidivant : υποτροπιάζων έρπητας
- récidive tumorale : υποτροπή όγκου
- en cas de récidive : σε περίπτωση υποτροπής
Subscribe
0 Comments


