Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

reclassement στα ελληνικά
reclassement
λέγεται
ρεκλασμάν
.
reclassement
σημαίνει στα ελληνικά
ανακατάταξη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- recyclage / reclassement : μετεκπαίδευση / επαγγελματικός επαναπροσανατολισμός
- reclassement : αναδρομολόγηση
- reclassement : επαγγελματική ανακατάταξη / αναβάθμιση των απαιτουμένων προσόντων
- reclassement : αναδιάταξη
- reclassement : Συμπληρωματική διάταξη ανακατάταξη
- reclassement : ανακατάταξη
- reclassement / mutation de cadre : πράξη μετάταξης
- aide de reclassement / replacement externe : βοήθεια επανένταξης / ενίσχυση επανένταξης
- AFR / allocation de formation reclassement : επίδομα κατάρτισης για επαναπρόσληψη
Subscribe
0 Comments


