Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

reconduction στα ελληνικά
reconduction
λέγεται
ρεκονντυξιόν
.
reconduction
σημαίνει στα ελληνικά
εξακολούθηση / ανανέωση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- reconduction : ανανέωση
- prorogation / reconduction : παράταση
- reconduction / refinancement : ανανέωση / αναχρηματοδότηση
- reconduction tacite / tacite reconduction : σιωπηρή ανανέωση
- tacite reconduction : σιωπηρή ανανέωση / σιωπηρή παράταση
- reconduction tacite / tacite reconduction : σιωπηρή παράταση
- reconduction expresse : ρητή παράταση
- reconduction d'une aide : συνέχιση καταβολής μιας προνοιακής παροχής
- reconduite à la frontière : προπομπή ως τα σύνορα
- reconduction des crédits : ανανέωση των πιστώσεων
Subscribe
0 Comments


