Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

recours στα ελληνικά
recours
λέγεται
ρεκούρ
.
recours
σημαίνει στα ελληνικά
προσφυγή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- recours / redressement : επανόρθωση / αποκατάσταση
- recours : προσφυγή
- recours : προσφυγής
- recours / recours contre un tiers : δικαίωμα αναγωγής / προσφυγή εναντίον τρίτων
- recours / voie de recours : ένδικο μέσο
- recours : ανασκόπιση
- recours : προσβάλλω με ένδικο μέσο
- appelant / requérant : αναιρεσε·ίων
- recourant : προσφεύγων
Subscribe
0 Comments


