Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

recycler στα ελληνικά
recycler
λέγεται
ρεσικλέ
.
recycler
σημαίνει στα ελληνικά
ανακυκλώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- air recyclé / air recirculé : ανακυκλωμένος αέρας
- papier recyclé : ανακυκλωμένο χαρτί
- calcin recyclé / groisil recyclé : Aνακυκλούμενο υαλόθραυσμα
- huile recyclée / huile redistillée : ανακυκλούμενο έλαιο / επαναποστάζον έλαιο
- fibre recyclée / fibre récupérée : ανακυκλωμένες ίνες
- produit recyclé : ανακυκλωμένο προϊόν
- matière recyclée / matières recyclées : ανακυκλωμένο υλικό
- semi-coke recyclé : ανακυκλούμενος ημιοπτάνθρακας
- plutonium recyclé : ανακυκλωμένο πλουτώνιο
Subscribe
0 Comments


