Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

réduction στα ελληνικά
réduction
λέγεται
ρεντυξιόν
.
réduction
σημαίνει στα ελληνικά
μείωση / έκπτωση / σμίκρυνση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- réduction / dépréciation : απομείωση / υποτίμηση
- réduction : διακοπή σύμβασης ασφάλισης
- sub / réduction : συστολή / σύνδεσμος
- réduction / diminution : αναγωγή
- réducteur / réduction : συστολή
- réduction / décroissement : μείωση / σμίκρυνση
- réduction : μείωση χρωματοσωμάτων
- réduction : ανάταξη / αναγωγή
- réduction : αναγωγή
- retrait / réduction : μείωση του ποσοστού χρησιμοποιήσιμων διατάξεων
Subscribe
0 Comments


