Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

refermer στα ελληνικά
refermer
λέγεται
ρεφερμέ
.
refermer
σημαίνει στα ελληνικά
ξανακλείνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gerce fermée / fente refermée : κλειστή σχισμή
- ouvrir et refermer les cales : ανοίγω και ξανακλείνω τα κύτη
Subscribe
0 Comments


