Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

refouler στα ελληνικά
refouler
λέγεται
ρεφουλέ
.
refouler
σημαίνει στα ελληνικά
διώχνω / πνίγω / απωθώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- refouler : σφυροκοπώ
- refouler : επαναπροωθώ
- boudineur / conducteur d'extrudeur(L) : χειριστής πρέσσας ελαστικού
- boudineur / opérateur de contrôle(L) : χειριστής μηχανής εξελάσεως πλαστικών
- bourrelet / metal refoule : διόγκωση συγκόλλησης
- train refoulé : ωθούμενη αμαξοστοιχία
- pompe foulante / pompe refoulante : αντλία πιέσεως
- passager refoulé : Απελαθείς
- demande contenue / demande refoulée : συμπιεσμένη ζήτηση
- refouler la marée / étaler au courant : πλέω αντίθετα με το ρεύμα / πλέω αντίθετα με την παλίρροια
Subscribe
0 Comments


