Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

régisseur στα ελληνικά
régisseur
λέγεται
ρεζισέρ
.
régisseur
σημαίνει στα ελληνικά
ρυθμιστής / διαχειριστής / θιασάρχης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- régisseur d'avances / régisseur : υπόλογος παγίων προκαταβολών
- régisseur : επιστάτης / διαχειριστής
- régisseur / administrateur : διαχειριστής
- comptable / comptable et régisseur d'avances : υπόλογος
- régisseur d'avances : υπόλογος πάγιων προκαταβολών
- indemnité spéciale pour les régisseurs d'avances : ειδική αποζημίωση για τους υπολόγους παγίων προκαταβολών
Subscribe
0 Comments


