Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

réitérer στα ελληνικά
réitérer
λέγεται
ρειτερέ
.
réitérer
σημαίνει στα ελληνικά
επαναλαμβάνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- stop-go / freinages réitérés de la croissance : εναλλαγή επεκτατικών και περιοριστικών οικονομικών μέτρων
Subscribe
0 Comments


