Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

relation στα ελληνικά
relation
λέγεται
ρελασιόν
.
relation
σημαίνει στα ελληνικά
σχέση / γνωριμία / αναφορά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- lien / relation : σχέση / συσχέτιση
- adultère / relation extraconjugale : μοιχεία / εξωσυζυγική σχέση
- minorité / minorités et relations raciales : μειονότητα/μειοψηφία
- relation : σχέση
- relation / relation télégraphique : σχέση
- relation / relation télex : τηλετυπική σχέση
- relation : ρόλος συσχέτισης
- A.3_REL / Relations interinstitutionnelles et avec les CES nationaux : A.3_REL / Διοργανικές σχέσεις και σχέσεις με τις εθνικές ΟΚΕ
Subscribe
0 Comments


