Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

relevé στα ελληνικά
relevé
λέγεται
ρελβέ
.
relevé
σημαίνει στα ελληνικά
καταγραφή / μέτρημα / αντίγραφο / απόσπασμα / πιπεράτος / καυτερός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- relevé : δήλωση
- relevé / transfert : επείγουσα αναδίπλωση / επείγουσα αναδιανομή
- relevé / lecture : ανάγνωση
- relevé / note de consommation : αντίγραφο λογαριασμού / αναγγελτικό κατανάλωσης
- plan / relevé : απεικόνιση
- FRUEO / forces relevant de l'UEO : ΔΥΔΕΕ / δυνάμεις υπαγόμενες στην ΔΕΕ
- sondage / relevé bathymétrique : βαθυμετρία
- FRUEO / Forces relevant de l'UEO : ΔΥΔΕΕ / δυνάμεις υπαγόμενες στην Δυτικοευρωπαϊκή 'Ενωση
- RDC / règlement portant dispositions communes : ΚΚΔ / Κανονισμός περί κοινών διατάξεων
- Fonds ESI / Fonds structurels et d'investissement européens : ΕΔΕΤ / ταμεία ESI
Subscribe
0 Comments


