Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

remède στα ελληνικά
remède
λέγεται
ρεμέντ
.
remède
σημαίνει στα ελληνικά
αντίδοτο / γιατρικό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- remède / action correctrice : διορθωτική ενέργεια
- remède / médicament : θεραπευτικό μέσο
- remède / mesure corrective : διορθωτικό μέτρο
- remède / appareil : συσκευή
- remèdes / médicaments : φάρμακα
- palliatifs / remèdes palliatifs : καταπραϋντικά / καταπραϋντικά φάρμακα
- antipyrétique / antithermique : αντιπυρετικό
- remède naturel / médicament naturel : φυσικό φάρμακο
- remèdes globuleux : σφαιροειδή φάρμακα
- remèdes hémopatiques : τονωτικοί παράγοντες ή φάρμακα του αίματος
Subscribe
0 Comments


