Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

remontant στα ελληνικά
remontant
λέγεται
ρεμοντάν
.
remontant
σημαίνει στα ελληνικά
τονωτικό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- remontant / stimulant : αναληπτικό / διεγερτικό
- taraudage / érosion remontante : διάβρωση απο ανοδικά ρεύματα
- écumage / écrémage : αποκορύφωση / άνοδος της κρέμας
- remontée : διαχωρισμός
- chou-fleur / tête remontée : σπογγώδης κεφαλή
- remontée / ressuage : εξίδρωση / εφίδρωση
- remontée : τρόπος καρποφορίας
- remontée : έκσυρση
- halage / virage : ανάσυρση του διχτυού
- téléski / tire-fesses : τιρφές / τελεσκί
Subscribe
0 Comments


