Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

renard στα ελληνικά
renard
λέγεται
ρενάρ
.
renard
σημαίνει στα ελληνικά
αλεπού
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- renard / fouquet : αλεπού
- renard / source à travers la digue : διασωληνισμός / διαρροή μέσω αναχώματος
- renard : διασωληνισμός
- renard : διασωλήνωση
- renard : λοξός κόρακας
- renard : διάβρωση αλεπούς
- renard / requin renard : σκυλόκαρο / αλεποσκύλος
- fox / foxé : αλεπουδίλα / γεύση αλεπούς
- roussette / renard volant : φρουτοφάγο χειρόπτερο
Subscribe
0 Comments


