Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

renfermer στα ελληνικά
renfermer
λέγεται
ρανφερμέ
.
renfermer
σημαίνει στα ελληνικά
κλείνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vieux / renfermé : παλιό / ταγγισμένο
- noeud renfermé / noeud recouvert : τυφλός ρόζος,κλειστός ρόζος,κλειστός κόμβος
- goût de renfermé : γεύση ταγγίσματος
- ouverture des offres (Preferred) / ouverture des soumissions : αποσφράγιση των προσφορών
- poussière de silice libre / poussière renfermant de la silice libre : σκόνη που περιέχει ελεύθερο οξείδιο του πυριτίου
- trousse renfermant des électrodes : θήκη ηλεκτροδίων / θήκη που περικλείει ηλεκτρόδια
- plateau renfermant la chambre de transfer : πλάκα έγκλεισης του θαλάμου μεταφοράς
Subscribe
0 Comments


