Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

répandre στα ελληνικά
répandre
λέγεται
ρεπάνντρ
.
répandre
σημαίνει στα ελληνικά
διαδίδω / σκορπίζω / χύνω / αναδίδω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- MERCATOR / Information et documentation sur les langues moins répandues : Πληροφόρηση και τεκμηρίωση σε γλώσσες μειονωτήτων / MERCATOR
- BELMR / Bureau européen pour les langues moins répandues : Ευρωπαϊκό Γραφείο για τις Λιγότερο Διαδεδομένες Γλώσσες
- langue moins répandue : λιγότερο διαδεδομένη γλώσσα
- langue moins répandue : γλώσσα περιορισμένης χρήσης
- Recueillir le produit répandu. / MUL : Μαζέψτε τη χυμένη ποσότητα.
- indications d’irrégularités répandues : αποδείξεις για εκτεταμένες παρατυπίες
- hydrocarbures accidentellement répandus : Πετρελαιοκηλίδες
- neutraliser soigneusement le liquide répandu : εξουδετερώστε προσεκτικά το χυμένο υγρό
- laver le liquide répandu abondamment à l'eau : ξεπλύνετε το χυμένο υγρό με άφθονο νερό
- Bureau européen pour les langues moins répandues : Ευρωπαϊκό Γραφείο για τις λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες
Subscribe
0 Comments


