Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

réparation στα ελληνικά
réparation
λέγεται
ρεπαρασιόν
.
réparation
σημαίνει στα ελληνικά
επισκευή / επανόρθωση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- réparation : επισκευαί
- retouche / réparation : πρόχειρη επισκευή
- indemnité / réparation : αποζημίωση
- réparation : επισκευή
- réparation : αποκατάσταση
- réparation / maintenance corrective : διορθωτική συντήρηση
- entretien / réparation : επισκευή / συντήρηση
- réparation / remise en état : γενική επισκευή
- réparation : εξυγίανση
- réparation : αποκατάσταση' επανόρθωση
Subscribe
0 Comments


