Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

repasser στα ελληνικά
repasser
λέγεται
ρεπασέ
.
repasser
σημαίνει στα ελληνικά
σιδερώνω / ξαναπερνάω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- repasser / ré-exécuter : επανεκτελώ
- fer à vapeur / fer à repasser électrique à vapeur : ηλεκτρικό σίδερο σιδερώματος
- fer à repasser : σίδερο σιδερώματος
- fonte repassée / fonte pour refonte : αργός σίδηρος ανάτηξης
- enduisage simple / enduisage non repassé : απλό στοκάρισμα
- enduisage croisé / enduisage repassé : σταυρωτό στοκάρισμα
- presse à repasser : πρέσα σιδερώματος
- presse à repasser : πρέσσα σιδηρώματος
- ajuster à la lime / repasser à la lime : λιμάρω / περνώ με λίμα
- machine à repasser : μηχανή σιδερώματος
Subscribe
0 Comments


