Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

répertoire στα ελληνικά
répertoire
λέγεται
ρεπερτουάρ
.
répertoire
σημαίνει στα ελληνικά
ρεπερτόριο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- index / indice : δείκτης / ευρετήριο
- répertoire : κατάλογος
- répertoire : πίνακας περιεχομένων
- répertoire : μητρώο
- répertoire : αποθετήριο
- répertoire(N) / répertoire d'une couche : directory ενός στρώματος
- bibliographie / répertoire bibliographique : βιβλιογραφία
- répertoire photo / trombinoscope (Admitted) : φωτογραφίες
- TDED / UNTDED : UNTDED / Κατάλογος εμπορικών δεδομένων του ΟΗΕ
- sous-directory / sous-répertoire : υποκατάλογος αρχείων
Subscribe
0 Comments


