Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

réserve στα ελληνικά
réserve
λέγεται
ρεζέρβ
.
réserve
σημαίνει στα ελληνικά
επιφύλαξη / εφεδρεία / απόθεμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- réserve : επιφύλαξη
- réserve : Περιμένω, έτοιμος για διαταγές
- réserve / réserve légale : νόμιμη μοίρα
- réserve : απόθεμα, προστατευόμενη περιοχή
- réserve : επιλογή / επιλεγμένος
- réserve : αποθεματικό
- réserve : βοηθητικός χώρος
- réserve / queue de rattache : άκρο σύνδεσης μεταφορέα
- réserve / épargne : αντίσταση / φωτοχρωμική βαφή
- réserve : βούλωμα / έμφραξις
Subscribe
0 Comments


