Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

résister στα ελληνικά
résister
λέγεται
ρεζιστέ
.
résister
σημαίνει στα ελληνικά
αντιστέκομαι / αντέχω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
