Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

respectif στα ελληνικά
respectif
λέγεται
ρεσπεκτίφ
.
respectif
σημαίνει στα ελληνικά
αντίστοιχος / ανάλογος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- les pleins pouvoirs respectifs : τα οικεία πληρεξούσια
- selon leurs règles constitutionnelles respectives / conformément à leurs règles constitutionnelles respectives : αποδοχή (από τα κράτη μέλη) σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς τους κανόνες
- selon leurs règles constitutionnelles respectives / conformément à leurs règles constitutionnelles respectives : σύμφωνα με τις συνταγματικές διαδικασίες τους / σύμφωνα προς τους αντίστοιχους καταστατικούς κανονισμούς τους
- définir le rôle respectif de la Commission et de la Cour de justice : οριοθετούν τα καθήκοντα της Eπιτροπής και του Δικαστηρίου
- adoption(par les Etats membres)conformément à leurs règles constitutionnelles respectives : αποδοχή(από τα κράτη μέλη)σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς τους κανόνες
- Convention entre la Belgique, la République fédérale d'Allemagne, la France, l'Italie, le Luxembourg et les Pays-Bas pour l'assistance mutuelle entre les administrations douanières respectives : Σύμβαση μεταξύ του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, του Λουξεμβούργου και των Κάτω Χωρών, περί αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των αντίστοιχων τελωνειακών διοικήσεων / Νεάπολη Ι
Subscribe
0 Comments


