Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

reste στα ελληνικά
reste
λέγεται
ρεστ
.
reste
σημαίνει στα ελληνικά
υπόλοιπο / υπόλειμμα / αποφάγια / απομεινάρια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- reste : καταλειπόμενον ύδωρ
- rebut / restes : σκύβαλα / υπόλοιπα
- reste à liquider (Preferred) / engagement restant : RAL / υπόλοιπο προς εκκαθάριση
- REG / débris de guerre explosifs : εκρηκτικά κατάλοιπα πολέμου
- RDM / reste du monde : αλλοδαπή
- encours / montants restant à engager : εκκρεμή ποσά / ανεξόφλητα ποσά
- RAL / poids du passé : επιβάρυνση από προηγούμενα έτη / επίπτωση των προηγούμενων αναλήψεων υποχρεώσεων
- NPN / azote restant : μη πρωτεϊνικό άζωτο
- filasse / restes du peignage : φύρα κτενίσματος / λαναρία πενιέ μάλλινη
- ERM / éducation aux risques liés aux mines : εκπαίδευση στους κινδύνους από νάρκες
Subscribe
0 Comments


