Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

restriction στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
restriction
λέγεται
ρεστριξιόν
.
restriction
σημαίνει στα ελληνικά
περιορισμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • restriction : περιορισμός
  • limitation / restriction : καταστoλή
  • restriction : μειωτήρας / στραγγαλιστικό
  • restriction de participation / désavantage  (Obsolete) : αναπηρία
  • restrictions : περιορισμοί
  • enregistrement, évaluation et autorisation des substances chimiques, ainsi que les restrictions applicables à ces substances  (Preferred) / REACH : REACH / Καταχώριση, αξιολόγηση, αδειοδότηση και περιορισμοί των χημικών προϊόντων
  • RFLP / polymorphisme de restriction : RFLP / πολυμορφισμός μήκους περιοριστικών θραυσμάτων
  • restriction au CMH : περιορισμός κυρίου συμπλέγματος ιστοσυμβατότητας

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments