Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

restriction στα ελληνικά
restriction
λέγεται
ρεστριξιόν
.
restriction
σημαίνει στα ελληνικά
περιορισμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- restriction : περιορισμός
- limitation / restriction : καταστoλή
- restriction : μειωτήρας / στραγγαλιστικό
- restriction de participation / désavantage (Obsolete) : αναπηρία
- restrictions : περιορισμοί
- enregistrement, évaluation et autorisation des substances chimiques, ainsi que les restrictions applicables à ces substances (Preferred) / REACH : REACH / Καταχώριση, αξιολόγηση, αδειοδότηση και περιορισμοί των χημικών προϊόντων
- RFLP / polymorphisme de restriction : RFLP / πολυμορφισμός μήκους περιοριστικών θραυσμάτων
- restriction au CMH : περιορισμός κυρίου συμπλέγματος ιστοσυμβατότητας
Subscribe
0 Comments


